Μετάβαση στο περιεχόμενο

coufique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coufique coufiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

coufique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κουφικός
    écriture coufique - κουφική γραφή

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]