Μετάβαση στο περιεχόμενο

pila

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pila < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική (τα) πηλά < αρχαία ελληνική πηλός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pila (pilà) ουδέτερο

  • pilò ~ pilà (pl.) Vocabolario σελ.363 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 849 (fango [il fango), περιοχή 792], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pila (es)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

pila (la) ουδέτερο



Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pila < πρωτοσλαβική λέξη pila

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pila (hr) θηλυκό

  1. το πριόνι



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pila < πρωτοσλαβική λέξη pila

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pila (cs) θηλυκό

  1. το πριόνι



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pila (fi)