chien
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- chien < παλαιά γαλλική chien, chen < λατινική canem
Προφορά
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | chien | chiens |
| θηλυκό | chienne | chiennes |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chien (fr)
- (θηλαστικό ζώο) ο σκύλος
- (υβριστικά) το παλιόσκυλο, το σκυλί
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- (οικείο) de chien - όταν ακολουθεί ένα ουσιαστικό, εκφράζει κάτι άσχημο, δύσκολο, κ.α. Εκφράζει συχνά λέξεις που αρχίζουν από παλιο- ή βρομο-.
- j'ai eu un mal de chien à résoudre ce problème - δυσκολεύτηκα πάρα πολύ για να λύσω αυτό το πρόβλημα
- il a fait un temps de chien pendant toute la semaine - έκανε παλιόκαιρο όλη τη βδομάδα
- toute seule, avec ses trois enfants, elle mène une vie de chien - ολομόναχη, με τα τρία της παιδιά, ζει μια παλιοζωή (μια ζωή σκυλίσια)
- il a un caractère de chien - έχει έναν βρομοχαρακτήρα
- comme un chien - παρομοίωση που εκφράζει ελεεινές, πολύ δύσκολες, συνθήκες, άσχημο φέρσιμο, κ.α.
- il traite ses employés comme des chiens - φέρεται πολύ άσχημα απέναντι στους υπαλλήλους του
- j'ai passé mon week-end malade comme un chien - πέρασα το σαββατοκύριακό μου άρρωστος σε ελεεινή κατάσταση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Αναγραμματισμοί
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- chien - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Παλαιά γαλλικά (fro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chien
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Θηλαστικά (γαλλικά)
- Ζώα (γαλλικά)
- Παλαιά γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (παλαιά γαλλικά)