spend
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | spend |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | spends |
| αόριστος | spent |
| παθητική μετοχή | spent |
| ενεργητική μετοχή | spending |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
spend (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ξοδεύω, δίνω χρήματα για να πληρώσω αγαθά, υπηρεσίες κτλ.
She spends a lot on clothes/trips/luxuries.
- Ξοδεύει πολλά για ρούχα/ταξίδια/λούσα.
They spent all their capital on equipment.
- Ξόδεψαν όλο τους το κεφάλαιο για μηχανήματα.
- (μεταβατικό) περνάω την ώρα μου, ξοδεύω, χρησιμοποιώ τον χρόνο για συγκεκριμένο σκοπό
I spent the evening reading.
- Πέρασα το βράδυ διαβάζοντας.
We spent the afternoon lying on the sand.
- Περάσαμε το απόγευμα ξαπλωμένοι στην αμμουδιά.
I am spending time and energy.
- Ξοδεύω χρόνο και προσπάθεια.
He spent his life teaching.
- Ξόδεψε τη ζωή του στη διδασκαλία.
- (μεταβατικό) ξοδεύω, χρησιμοποιώ κάτι ειδικά μέχρι να έχει χρησιμοποιηθεί όλο